Σαμοθράκη. Πόση ομορφιά μπορεί να χωρέσει πια σε ένα νησί; Η Σαμοθράκη αντλεί το όνομά της από το αρχαιοελληνικό «Σάμος», που σημαίνει ύψος κοντά στον γιαλό, κι αποτελεί μια εξαιρετική επιλογή για όσους εξετάζουν το ενδεχόμενο του ελεύθερου κάμπινγκ για τις διακοπές τους.

Γράφει ο Βαγγέλης Πουρίκης

Πάμε για camping στη Σαμοθράκη μου είπαν!

Ταξιδέψαμε μέχρι την Αλεξανδρούπολη, από εκεί με ferry boat διασχίσαμε ένα τμήμα του βορειοανατολικού Αιγαίου και σε κάτι λιγότερο από 3 ώρες φτάσαμε στον προορισμό μας. Η αλήθεια είναι πως η ομορφιά του λιμανιού της Καμαριώτισσας μας έκανε να χάσουμε το πρώτο λεωφορείο για τα Θέρμα, και να θέλουμε να απολαύσουμε το μεσημεριανό μας δίπλα στη θάλασσα με θέα το Θρακικό Πέλαγος. Η πρώτη μας γεύση από το νησί είναι πως επρόκειτο για ένα μεγάλο, αλλά συνάμα ήσυχο χωριό με απλούς κι αγαθούς ανθρώπους που ξέρουν τι θα πει φιλοξενία.

Αφού φάγαμε για τα καλά, ήπιαμε το ούζο μας και κεραστήκαμε άλλο ένα, πήραμε το λεωφορείο για τα Θέρμα, το χωριό που φιλοξενούσε το δημοτικό κάμπινγκ. Στο χώρο του κάμπινγκ ο καθένας μπορεί να στήσει την σκηνή του όπου αυτός επιθυμεί μέσα στο δάσος, κι έτσι κάθε πρωί όταν θα ανοίγει τις κουρτίνες της σκηνής του θα αντικρίζει μια ασύγκριτη φυσική ομορφιά.

Το δάσος είναι τεράστιας έκτασης κι έχει πολλά μονοπάτια ικανοποιώντας έτσι ακόμα κι εκείνους που θέλουν την απόλυτη ησυχία για την χαλάρωσή τους. Απ’ ότι διαπιστώσαμε όμως, ο κόσμος επιστρέφει στο κάμπινγκ μόνο για να κοιμηθεί καθώς μέσα στη μέρα του έχει αμέτρητες επιλογές για εξερεύνηση.

Σε αυτές τις βάθρες θα καταλάβετε τι θα πει μαγεία!

Μια από τις πλέον δημοφιλέστερες επιλογές είναι η εξερεύνηση της βάθρας του «Φονιά». Για να φτάσει κανείς εκεί, διασχίζει για περίπου 30 λεπτά ένα πολυπερπατημένο, ειδυλλιακό μονοπάτι κατά μήκος του χειμάρρου μέσα από ένα πλούσιο πλατανοδάσος.

Η πεζοπορία χαρακτηρίζεται ιδιαίτερα ευχάριστη, κι όσοι το δοκιμάζουν πληθαίνουν από τα χρώματα και τα αρώματα της φύσης. Ακόμα όμως κι εκείνοι οι οποίοι δεν απολαμβάνουν το ταξίδι και ανυπομονούν να φτάσουν στον προορισμό τους θα ανταμειφτούν και με το παραπάνω όταν αντικρύσουν το πανέμορφο θέαμα της βάθρας του «Φονιά».

Εξίσου εντυπωσιακές και γεμάτες όμορφα χρώματα είναι κι οι βάθρες της «Γριάς». Για το λόγο του ότι είναι πιο εύκολα προσβάσιμες, πολύς κόσμος αποφασίζει να περπατήσει και πέρα από την 1η βάθρα έχοντας, όποτε το επιθυμεί, τη δυνατότητα να κολυμπήσει στα παγωμένα και κρυστάλλινα γλυκά νερά των βαθρών που θα βρει στον δρόμο του.

Η ηρεμία της φύσης, η ροή του καταρράκτη, καθώς και η αναζωογονητική δροσιά που βρίσκει κανείς στις βάθρες της «Γριάς», καθιστούν αυτή την εμπειρία μοναδική και προσφέρουν σε κάποιον όλα αυτά που χρειάζεται για να ξεφύγει από τη ρουτίνα της καθημερινότητας του, να αδειάσει το μυαλό του από τις έννοιες και τις ανησυχίες, να απολαύσει με τον καλύτερο τρόπο τις διακοπές του.

To καλύτερο μαγειρευτό κατσίκι το φάγαμε εδώ!

Κι αφού κανείς απολαύσει το μπάνιο του στις «φυσικές πισίνες» ανάμεσα στα βράχια και «χορτάσει» από τις φυσικές ομορφιές των παραδεισένιων αυτών τοπίων, κατά την επιστροφή του θα βρει μπροστά του πολλές επιλογές για φαγητό μέσα στο δάσος. Η πλέον δημοφιλέστερη; Κατσίκι. Μαγειρεύεται και προσφέρεται με κάθε πιθανό τρόπο. Αξιοσημείωτο είναι ότι εντοπίσαμε ταχυφαγείο το οποίο προσέφερε κατσίκι σε σάντουιτς. Κι αν μη τι άλλο ήταν μοναδικά απολαυστικό!

Την επόμενη μέρα πήγαμε σε μια από τις πιο όμορφες παραλίες που μπορεί κανείς να επισκεφτεί. Η αλήθεια είναι πως παρά την ομορφιά της παραλίας στα Θέρμα, οι μεγάλες πέτρες σε συνδυασμό με τα κύματα καθιστούν επικίνδυνο το κολύμπι, γι’ αυτό και δεν είναι η πρώτη επιλογή των κατασκηνωτών για μπάνιο. Έτσι κι εμείς ξεχυθήκαμε στον δρόμο, κάναμε οτοστόπ και ταξιδέψαμε ως την παραλία της «Παχιάς Άμμου». Το θέαμα που αντικρίσαμε με το που κατεβήκαμε από το αυτοκίνητο ήταν εκθαμβωτικό.

Όλο το νησί έγινε μία παρέα με τη βοήθεια της μουσικής!

Ενώ είχαμε την εντύπωση πως τα βράδια στα Θέρμα θα ήταν αδιάφορα, μια βόλτα προς το χωριό μας έκανε να αλλάξουμε άποψη συλλήβδην. Εκτός από τα γεμάτα κόσμο και ζωή κρασάδικα του χωριού, τους μικροπωλητές που πουλούσαν πανέμορφα και ξεχωριστά κοσμήματα και σουβενίρ, τους ντόπιους που κερνούσαν περαστικούς στο δρόμο, μια πλατεία ήρθε να τραβήξει πάνω της τα βλέμματα μας. Η κεντρική πλατεία του χωριού, γεμάτη νέους να κάθονται οκλαδόν με τη μπύρα τους και να τραγουδάνε στις μελωδίες του μπουζουκιού και της κιθάρας που ακουγόταν στο βάθος μας δημιούργησε την ψευδαίσθηση πως βρισκόμαστε σε μια άλλη εποχή, μακριά από τεχνολογίες και βραδινά κέντρα διασκέδασης. Μας έκανε ένα ταξίδι στο χρόνο, εκεί που η μουσική έφερνε πιο κοντά τον κόσμο και μέσα σε αυτό το κλίμα κάναμε νέους φίλους με τους οποίους τραγουδούσαμε παρέα ώσπου να χαράξει.

Έτσι η εμπειρία μας στο νησί παρέμεινε, εκτός από αναλλοίωτη, και μοναδικά ασυναγώνιστη!

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ