Concept – Κείμενο: Γιώργος Ψωμιάδης 
Φωτογραφίες: Δημήτρης Τσίπας

Σχεδόν παιδί. Ούτε δυο δεκαετίες συμπληρωμένες. Aνεπανόρθωτη εγκεφαλική βλάβη. 15 λεπτά για να φτάσει το ΕΚΑΒ. Από τα πρώτα 3-5 λεπτά που έπεσε στο πάτωμα με ανακοπή καρδιάς η μοίρα προδιαγραμμένη. Μπροστά μας στο νοσοκομειακό κρεβάτι της μονάδας εμφραγμάτων, η κατάσταση είχε κριθεί. Ένα παιδί που σταμάτησε να ονειρεύεται τι θα γίνει όταν μεγαλώσει. Γιατί δεν θα μεγαλώσει. Αν έπρεπε να διαλέξω έναν τρόπο για να ξεκινήσω αυτή τη συνέντευξη, ο καταλληλότερος θα ήταν αυτός. Ο πιο ωμός. Ο πιο αληθινός για όσα βλέπει ένας άνθρωπος που έρχεται συχνά σε επαφή με συγκυρίες όπως αυτές. Όπως μου λέει ο Παναγιώτης Τουχτίδης, νοσηλευτής υγιεινολόγος, εδώ και είκοσι χρόνια στο νοσοκομείο Παπαγεωργίου, αυτό είναι το πιο πρόσφατο περιστατικό ασθενή νεαρής ηλικίας που έφτασε. Μπορείς να πεις από την πρώτη στιγμή της κουβέντας ότι ο ίδιος δεν είναι ο τύπος που πιστεύει στη μοίρα και σε υπερφυσικά νοήματα.

Πιστεύεις στον θεό;

«Όχι, είχα τις αμφισβητήσεις μου από πολύ μικρός αλλά τον είχα ξεπεράσει μετά το πρώτο σοκ στη μονάδα».

«Πάντα ρωτάω και αμφισβητώ», συνεχίζει. «Δυστυχώς σε όσα περιστατικά έχουμε καταφέρει και έχουμε ανανήψει, κανένας δε μας δίνει την ελπίδα ότι υπάρχει κάτι. Ένα απόλυτο σκοτάδι, δεν έχουν καταλάβει καν τι τους έχει τύχει. Και το μόνο που θα θυμούνται είναι εμείς που είμαστε γύρω γύρω όταν συνέρχονται. Πριν, το απόλυτο σκοτάδι».

Πώς ξεκίνησες;

«Δεν το διάλεξα, είναι απότοκο του συστήματος εκπαίδευσης, των πανελλαδικών εξετάσεων. Εγώ πήγαινα για τελείως διαφορετικά πράγματα, δεν κατάφερα να πιάσω τα μόρια των δυο σχολών που επιθυμούσα και κατέληξα στην νοσηλευτική. Στην πορεία βρήκα ένα ενδιαφέρον γιατί έρχεσαι αντιμέτωπος με διαφορετικές καταστάσεις και τελικά κατέληξα να γίνω όχι μόνο νοσηλευτής αλλά και να κάνω το μεταπτυχιακό μου πάνω στη Δημόσια Υγεία».

Τα πρώτα περιστατικά

1999. ΑΧΕΠΑ. Το πρώτο περιστατικό που μου ήρθε ήταν μια ανακοπή, 26 χρονών, εγώ ήμουν τότε 24 και λέω «Ωπ τι γίνεται εδώ». Τότε εμπλεκόμασταν πάρα πολύ συναισθηματικά με τα περιστατικά μας, με το πέρασμα των ετών και τη διαχείριση καταστάσεων και προσωπικοτήτων, ασθενών και προβλημάτων, δε θα πω ότι γίνεσαι πιο απαθής αλλά ενδεχομένως να αγγίζεις τα όρια της κυνικότητας μερικές φορές. Είναι μια άμυνα που δημιουργείται χωρίς να το θέλεις αλλά είναι και αυτό που σε προστατεύει για να μείνεις επαγγελματίας με ουσιαστική προσφορά.

«Αν μπλέκεσαι συναισθηματικά με τα περιστατικά σου εννοείται, δεν θα έχεις τη διαύγεια εκείνη την ώρα της απόφασης. Και εδώ στον χώρο της μονάδας που έχουμε βαριά περιστατικά, δεν νοούνται συναισθηματισμοί, πρέπει να είσαι bythebook».

Ήταν δεδομένο στην αρχή το να δεθείς συναισθηματικά;

«Στα περιστατικά στα οποία νοσηλεύουμε βλέπουμε πολύ συχνά περιστατικά δικά μας. Δηλαδή σε ένα παιδί βλέπεις το παιδί σου σε έναν άντρα βλέπεις τον πατέρα σου, σου έρχεται αυτή η διαφορετική προσέγγιση».

Γιατί μπορεί ο γιατρός να είναι ο κύριος ρυθμιστής μιας αγωγής αλλά ο νοσηλευτής είναι αυτός που περνάει οκτώ ώρες με ένα περιστατικό. Ο ασθενής μοιράζεται πράγματα με αυτόν και ερχόμαστε πάρα πολύ κοντά. Και αυτό είναι κάτι δύσκολο. Πραγματικά δύσκολο.

Νιώθεις λίγο σαν ψυχολόγος εκείνη τη στιγμή;

Έχεις πολλές ιδιότητες. Είσαι και ψυχολόγος είσαι και εξομολογητής, εμψυχωτής, είσαι και διαμορφωτής συμπεριφορών γιατί από ένα σημείο και μετά θα σε ρωτήσει ο ασθενής «τι κάνω από εδώ και πέρα»;. Σκέψου ότι σε ένα 8ωρο ένας άνθρωπος το μόνο που έχει να κοιτάξει είναι ο τοίχος και το ταβάνι. Δεν έχει τίποτε άλλο να ασχοληθεί. Πότε σε παρατηρεί σα να βλέπει ένα έργο με γιατρούς στην τηλεόραση, ακούει τα πάντα, συμμετέχει, σου γίνονται ερωτήσεις που πρέπει να τις απαντήσεις και πρέπει να τις απαντήσεις σωστά για να μη του δημιουργηθούν ούτε φοβίες, ούτε να πεις ότι εντάξει όλα αυτά θα περάσουν έτσι και δε θα ξαναγίνει τίποτα. Πρέπει να είσαι όπως είναι ένας σωστός επαγγελματίας υγείας. Στόχος μας είναι όχι μόνο να γίνει καλά ο ασθενής αλλά να μην ξανάρθει. Να αλλάξει συμπεριφορά, τη διατροφή ή τις συνήθειες του. Πρέπει να του πεις «Άλλαξε τρόπο ζωής για να μη με ξαναδείς».

Πώς το αντιμετωπίζουν οι ασθενείς;

Ο ασθενής θέλει λίγο να του απαλύνεις και το ψυχολογικό κομμάτι οπότε αν έχεις  χιούμορ, μερικές φορές, εκτιμάται πάρα πολύ και δημιουργείς και fanclub.

«Έχει ανθρώπους που έρχονται και ξανάρχονται και στις επισκέψεις που κάνουν μετά ψάχνουν να βρουν κάποιον από εμάς. Σε θυμούνται, έρχονται να σε χαιρετήσουν».

Βέβαια, ενώ τους έχεις δει ξάπλα με τα σεντόνια, τώρα τους βλέπεις με άλλη όψη, υγιέστατους και γίνεται έτσι μια “αναγνώριση” πρώτα. Εμείς εκτιμάμε το ότι καταφέρνουν και φεύγουν περπατώντας αρκετοί από εδώ. Και είναι πολύ μεγάλη υπόθεση αυτό.

Οι συγγενείς είναι το δύσκολο κομμάτι. Εκ των πραγμάτων έχουν τον άνθρωπο τους και έχουν απαιτήσεις. Συχνά δεν κατανοούν  μια καθυστέρηση στο επισκεπτήριο και ειδικά στη μονάδα που δεν μπορεί να μπει ο καθένας όποτε θέλει. Δεν σημαίνει ότι εγώ κάθομαι μέσα αλλά ότι σίγουρα συμβαίνει κάτι πολύ σοβαρό, ότι έχουμε πραγματικό πρόβλημα και δεν μπορώ να τον βάλω μέσα. Έχουν και μια αδυναμία κατανόησης των σοβαρών καταστάσεων στις οποίες περιέρχεται ο ασθενής.

«Αν τα πεις πολύ κυνικά σε μια ενημέρωση θα αντιμετωπίσεις μεγάλη επιθετικότητα, αν τα πεις πολύ στρόγγυλα δεν θα καταλάβουν τι συμβαίνει».

Έχουμε και περιστατικά, ειδικά μετά από μια ανακοπή που το πρώτο πράγμα που χάνουμε είναι νεφρά και εγκέφαλος, ή που τους λες ότι θα πάμε σε μια κατάσταση που μάλλον δε θα ανανήψει ποτέ αλλά επειδή βλέπουν ότι υποστηρίζεται, αναπνέει μηχανικά κλπ θεωρούν ότι μπορεί να γίνει το όποιο θαύμα.

«Θαύματα δεν έχω δει να γίνονται στα 13 χρόνια που είμαι εδώ, και συνήθως όταν αρχίζουμε να μιλάμε για θαύματα σημαίνει ότι τα πράγματα δεν πάνε καλά. Είναι αυτό που λένε ότι όταν σηκώνει ο γιατρός ψηλά τα χέρια και επικαλείται πράγματα εκτός επιστήμης, τότε τα πράγματα είναι πολύ πιο σοβαρά και σίγουρα δεν πάνε καθόλου καλά. Όλοι χάνονται και όλοι κερδίζονται εδώ μέσα. Εδώ κερδίζουμε και με τη μέρα και με το λεπτό στην ουσία!»

Έχουμε γνώση των στοιχειωδών πραγμάτων που χρειάζονται σε μια τέτοια κατάσταση;

Νομίζω ότι η κοινωνία αρχίζει και συνειδητοποιεί ότι χρειάζεται να μάθει κάποιους τρόπους αντιμετώπισης. Ειδικά  καρδιοαναπνευστική αναζωογόνηση κλπ. Ό,τι κάνει κανείς εκείνη την ώρα, σχεδόν μπορεί να βοηθήσει, αρκεί να το κάνει στο σωστό σημείο. Σίγουρα η έγκαιρη ειδοποίηση του ΕΚΑΒ σώζει ζωές αλλά  βλέπω και ότι τα μαγαζιά αρχίζουν να παίρνουν απινιδωτές.

«Υπάρχει μια θετική στροφή στο ότι ο κόσμος καταλαβαίνει πως αυτό το μηχανηματάκι και έναν να σώσει είναι κέρδος. Η ζωή είναι ανεκτίμητη».

Έχει τύχει να σου πουν «Εμένα δε με πειράζει να πεθάνω, θέλω να είμαι σπίτι μου;»

Το πιο συχνό είναι να έρχεται ένας άνθρωπος υγιέστατος, γύρω στα 45-50, που λες ότι μια ανακοπή είναι σχεδόν απίθανη εκτός κι αν είναι καρδιογενής. Είναι καπνιστής και με το που φεύγει να αναζητεί τσιγάρο. Πολλοί το ζητάνε ακόμη και την ώρα που είναι ξαπλωμένοι. Και τους λες «Ξέρεις, αυτό σε έφερε εδώ», σου λένε «Όχι μωρέ, το άγχος» και τους απαντάω «Να σου πω κάτι; Το άγχος και το θαύμα το επικαλούμαστε εμείς όταν δεν μπορούμε να εξηγήσουμε κάτι». Οπότε βάλτα κάτω και άκου.

«Όσους είναι νεαροί χωρίς σάκχαρα, χοληστερίνες, υπέρβαροι κλπ, τελικά αυτό που τους “ενώνει” είναι ένα τσιγάρο».

Το άγχος είναι μια σοβαρή παράμετρος η οποία θα κριθεί κρίσιμη όταν έχεις δημιουργήσει εσύ το υπόβαθρο, το υπόστρωμα, όταν εσύ για παράδειγμα καπνίζεις, έχεις καθιστική ζωή. Θα είναι το κερασάκι στην τούρτα.

«Γιατί αν μιλήσουμε στην Ελλάδα την τελευταία 10ετία ποιος δεν έχει άγχος; Άγχος έχουν 11 εκατομμύρια Έλληνες αλλά δεν έρχονται όλοι στα νοσοκομεία με καρδιοπάθεια!»

Έχεις ενοχές όταν κάτι πάει στραβά;

Σε μια ανακοπή εμπλέκονται τόσοι πολλοί, δύο τρεις νοσηλευτές και δύο σίγουρα γιατροί, μπορεί την ώρα της ανακοπής να φτάσουν και σε 8άδα, ανάλογα, αν είναι γενική εφημερία μπορεί να έχει πολλούς περισσότερους μέσα, αλλά ο καθένας τη δεδομένη στιγμή επεξεργάζεται τα δεδομένα και δίνει μια ιδέα που είτε λειτουργεί είτε όχι, είτε εφαρμόζεται είτε όχι τηρουμένων των κλινικών δεδομένων του ιστορικού. Ενοχές πάντα έχεις όταν χάνεις έναν νέο άνθρωπο. Αλλά δεν είναι ακριβώς ενοχή είναι απογοήτευση θα έλεγα.

«Κάνουμε πάντα παραπάνω και από τα πρωτόκολλα. Αν ακολουθούσαμε τα πρωτόκολλα που ακολουθούν άπαντες στις καρδιοαναπνευστικές αναζωογονήσεις διεθνώς δεν ξέρω αν θα είχαμε σώσει τους μισούς έστω. Κάνεις τα πάντα σε σημείο που να στάζεις και να έχεις εξαντλήσεις όλα τα φάρμακα, όλα τα μέσα».

Όταν ο Παναγιώτης βγάζει την ρόμπα και πηγαίνει στο σπίτι του, νιώθει ότι τον έχουν επηρεάσει όλα αυτά;

Παλιότερα έφευγες και ήσουν με ένα κεφάλι καζάνι. Λογικό είναι γιατί έκανες και μια ανασκόπηση του τι έκανες, τι δεν έκανες. Σε τρώνε άλλα άγχη, αυτά τα ψυχαναγκαστικά. Όσο μεγαλώνεις και μεστώνεις επειδή τα έχεις βάλει λίγο πιο τυποποιημένα και σε κουτάκια τα πράγματα γνωρίζεις ότι αυτό είναι, αυτό έχω κάνει και φεύγω με επίγνωση ότι έχω παραδώσει τα πάντα. Και κλείνοντας την πόρτα, κατά κανόνα έτσι, γιατί πάντα υπάρχουν και εξαιρέσεις για κάποια περιστατικά, νιώθεις ότι είσαι οκ.

Βέβαια όπως θυμάμαι, γιατί και εγώ το έχω κάνει, για περιστατικά που έτσι είχαν ένα ενδιαφέρον, που ήταν για άτομα νεαρά, έχεις το νου σου και παίρνεις κάνα τηλέφωνο. «Τι γίνεται στη μονάδα όλα καλά;», «τι κάνει ο τάδε;», και στα ρεπό σου. Εννοείται ότι σε ενδιαφέρει ο ασθενής σου και όσο πιο μικρός ακόμη πιο πολύ. Δεν είναι μόνο για γνωστούς δηλαδή τα τηλεφωνήματα, όλοι έχουν κάποιο ενδιαφέρον.

«Όταν έχεις περάσει 8 ώρες με έναν άνθρωπο και τον έχεις παλέψει εννοείται ότι σε απασχολεί η έκβαση της πάλης. Το κουβαλάς, το διώχνεις, σου ξανάρχεται, το διώχνεις. Το παλεύεις».

Περιέγραψε μου μια ημέρα της εφημερίας στην μονάδα

Όταν είναι γενική εφημερία είναι μία κατάσταση που προσπαθείς να είσαι πραγματικά παντού, δεν περπατάς απλά, τρέχεις από το ένα περαστικό στο άλλο, χτυπάνε τα alarm στο κεντρικό μόνιτορ γιατί έχει κατ εξοχήν 24ωρη παρακολούθηση ζωτικών σημείων. Χτυπάνε τα κουδούνια απ έξω οι συγγενείς για να μάθουν τι γίνεται. Καμιά φορά υπάρχουν και εντάσεις «Ρε παιδιά αφήστε μας να κάνουμε τη δουλειά μας. Αν βγαίνω εγώ κάθε πέντε λεπτά ποιος θα κάτσει με τον άνθρωπο στο κάτω κάτω της γραφής;». Το τηλέφωνο χτυπάει ασταμάτητα συνήθως είτε για κάποια καινούρια εισαγωγή είτε για κάποια συμβουλευτική εκτίμηση από άλλη κλινική ή οτιδήποτε.

«Υπάρχει αγωνία για το αν θα σου φτάσουν τα κρεβάτια για να βγάλεις εφημερία. Μεγάλο πρόβλημα, πάρα πολύ μεγάλο πρόβλημα, ειδικά όταν εφημερεύουμε μόνοι».

Να έχεις δηλαδή να διαχειριστείς όλα αυτά και να έχεις να εκτιμήσεις, ήρθαν τόσοι, στατιστικά θα πρέπει να έρθουν άλλοι τόσοι, εγώ έχω δυο άδεια τώρα, θα με βγάλουνε; Εφημερεύει μαζί μου ο Άγιος Παύλος για να πω ότι θα τραβήξει κάποιο περιστατικό;

Μου έχει τύχει να έχω στη μονάδα δεκαεφτά κρεβάτια, ενώ η μονάδα είναι εννιά κλινών, να έχω δηλαδή 8 ράντζα, να έχω συνδέσει τους πάντες ακόμη και σε διαθέσιμους απινιδωτές, έστω για να ακούω ρυθμό και να βλέπω ένα καρδιογράφημα.

«Την ίδια στιγμή να έχω ασθενή ακριβώς μπροστά μου στον κισσέ, στο φορείο και να μην έχω που αλλού να τον συνδέσω. Του λέω μη τυχόν και κοιμηθείς, θα μου λες πώς είσαι. Κάθε πέντε λεπτά να τον ρωτάω, να πιάνω τον σφυγμό, και δεν είχα να τον βάλω ούτε σε απινιδωτή. Ήταν η νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου στη μονάδα».

Υπάρχουν νεύρα;

Εννοείται. Μαλώνουμε και τα ξαναφτιάχνουμε με τους γιατρούς. Έχουμε μια καλή χημεία αλλά εκ των πραγμάτων εντάσεις υπάρχουν σε αυτές τις δουλειές. Δεν γίνεται να μην έχεις ένταση.

Πώς ξεφεύγεις από όλα αυτά στην προσωπική σου ζωή; Ποια είναι τα χόμπι σου;

Χόμπι, πολύ κολύμπι, μου αρέσει πάρα πολύ η θάλασσα. Μέχρι και προχθές ήμουν στην θάλασσα και κολυμπούσα, από τέλη Φλεβάρη μέχρι Νοέμβριο σίγουρα. Παίρνω και τα βουνά καμιά φορά, γιατί αν δε τα πάρεις δε τη βγάζεις και φυσικά ατελείωτες ώρες πολιτικών εκπομπών. Είμαι ψώνιο μεγάλο. Έχω πρόβλημα το παραδέχομαι.

Ποια χαρακτηριστικά θα έπρεπε να έχει ένας άνθρωπος που κάνει τη δουλειά σου;

Υψηλή κατάρτιση, ψυχραιμία, και ενδεχομένως να είναι και μοναχικός τύπος. Για να μπορεί να αντέχει. Πρέπει να είναι. Γιατί αυτός είναι λίγο πιο συγκροτημένος πάντα, δεν είναι τόσο ευάλωτος σε ερεθίσματα, δεν τα “αφήνει” όλα να για να αποφορτίσει αυτός σε θεούς και δαίμονες. Πηγαίνει με την κατάρτιση που έχει και ξέρει ότι από τα χέρια του θα περάσουν όλα. Ή η σωτηρία ή ο θάνατος.

Αφού τελείωσε η κουβέντα μας, περπατήσαμε στον διάδρομο της μονάδας. Ανάμεσα στα κρεβάτια και στους παλμούς που χτυπούσαν σε πράσινα γραφήματα, επάνω στις οθόνες, δίπλα σε εκείνους που ανάρρωναν ή σε εκείνους που μέσα σε 3-5 λεπτά είδαν το σκοτάδι.

Σχεδόν παιδί. Μείζονα εγκεφαλική βλάβη.

Γαμώτο.

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ