Ο δρόμος της Πρώτης Ύλης

Συνέντευξη στον Κώστα Γιάντσιο

«Δώσε μου ένα υπόγειο και δύο ταλαντούχους ανθρώπους και θα σου παρουσιάσω κάτι», μου λέει λίγο πριν τελειώσει μια συνομιλία περίπου 30 λεπτών. Ξέρει από επιτυχία, ξέρει από αναγνώριση και από ακριβές παραγωγές αλλά με την «Πρώτη Ύλη» που φέρνει στη Θεσσαλονίκη δείχνει έναν άλλο δρόμο. Παρακάτω, λοιπόν, ένα απόσπασμα από τη συζήτηση που προηγήθηκε αυτής της τελευταίας ατάκας. 

Αν σου ζητούσα να μου δώσεις μια βασική περιγραφή της παράστασης, τι θα μου έλεγες;
Πρόκειται για ένα ντουέτο δύο ανδρών επί μία ώρα και είκοσι λεπτά, σχεδόν στη σιωπή, ανάμεσα στην performance art και τον σύγχρονο χορό. Οι δύο αυτοί είναι ο Tadeu Liesenfeld, νέος, ο οποίος από την αρχή ως το τέλος είναι ολόγυμνος και εγώ, 48 χρονών τώρα, ντυμένος με μαύρo κοστούμι. Οι δύο αυτές προσωπικότητες συσχετίζονται και αλληλεπιδρούν και τα παιχνίδια φαντασίας που προκύπτουν, ερμηνεύονται από τον καθένα με τον προσωπικό του τρόπο. Εμείς έχουμε (για την προσωπική μας εξυπηρέτηση) τις δικές μας ερμηνείες, αλλά δεν μιλάμε γι αυτές γιατί ούτε σημασία ιδιαίτερη έχουν ούτε θέλουμε να περιορίσουμε τη φαντασία κανενός.

Αναφέρθηκες στην ηλικία τη δική σου σε σχέση με του συμπρωταγωνιστή σου. Παίζει ρόλο αυτό στη συγκεκριμένη παράσταση;
Ναι, είναι ένα από τα δίπολα. Όπως το γυμνός και ντυμένος, το μαύρο και το χρώμα του γυμνού δέρματος, το άλογο και ο καβαλάρης, η φύση και ο νους και θα μπορούσα να συνεχίσω για πολύ ακόμη.

Η παράσταση παρουσιάζεται σε μια αποθήκη, σ’ έναν χώρο γυμνό. Πρέπει να παρουσιάζεται σε τέτοιο περιβάλλον ή θα μπορούσε να παρουσιαστεί και σε μία κλασική θεατρική σκηνή;
Στην παρούσα φάση παίζει ρόλο για μένα. Αυτή η παράσταση γεννήθηκε για να δίνει την αίσθηση ότι μπαίνεις σ’ ένα εργαστήριο. Ο τρόπος που συνδιαλέγεται η παράσταση μ’ αυτό που ονομάζουμε θέαμα είναι παιγνιώδης και σ’ αυτό βοηθά ένας χώρος ωμός. Θα μπορούσε να παίζεται σ’ ένα μεγάλο εργαστήριο νοσοκομείου, σ’ ένα σφαγείο, παίχτηκε σ’ ένα γκαράζ, τώρα παίζεται σε μια αποθήκη. Θα μπορούσε να παίζεται σ’ έναν μαντρότοιχο και νομίζω πως σύντομα θα μπορέσει να παιχτεί και σε σκηνή θεάτρου αλλά εμείς την περιπέτεια αυτή την ξεκινάμε μόλις τώρα. Αυτό που συμβαίνει τώρα είναι οι πρώτες της εκδοχές. Αν έχουμε το κουράγιο και συνεχίσουμε να είμαστε τόσο ζεστοί μαζί της, όσο είμαστε τώρα, θέλουμε να τη διαμορφώνουμε. Όταν θα έρθει η ώρα να επισκεφθεί ένα θέατρο – θα πειραματιστώ και μ’ αυτό και θα δω – θα έχει ίσως μια άλλη μορφή. Θα έχει πάρει μια τροπή τέτοια. Προς το παρόν πάντως ένας χώρος που μοιάζει περισσότερο εργαστηριακός βοηθά στην εμπειρία των θεατών.

Σ’ ενδιαφέρει πάντα οι παραστάσεις σου να αλλάζουν στην πορεία;
Όχι συνήθως. Είμαι από αυτούς που αλλάζουν πράγματα καθημερινά στην πρόβα και που – χορεύω, δε χορεύω γιατί τα τελευταία δέκα χρόνια δε χορεύω – βρίσκομαι σε κάθε παράσταση εκεί και κάνω κάθε μέρα πρόβα. Είμαι από αυτούς τους ψυχαναγκαστικούς τύπους. H παράσταση στην τελευταία της βραδυά είναι πολύ καλύτερη απ’ ό,τι στην πρώτη. Αυτό, όμως, δε σημαίνει ότι την αλλάζω ριζικά. Πολλά πράγματα απλώς τα εξελίσσω στον ήδη χαραγμένο δρόμο. Στην περίπτωση της Πρώτης Ύλης υποψιάζομαι ότι τα πράγματα μπορεί να αλλάξουν και ριζικά. Έχουμε προσκληθεί για ένα μηνιαίο residency στη Νέα Υόρκη, όπου θα ξαναφέρουμε στο studio όλα τα υλικά που τους τελευταίους τρεις μήνες έχουμε εφεύρει – γιατί αυτά που θα δείτε είναι μόνο ένα μέρος αυτών που έχουμε – και, ανακατεύοντας ξανά το φαγητό, θα δούμε αν θα δημιουργηθεί κάτι περισσότερο ενδιαφέρον.

Το συγκεκριμένο είδος απευθύνεται σ’ ένα ειδικό κοινό ή η πρόθεσή σου είναι να έρθει οποιοσδήποτε;
Καλώ όλον τον κόσμο να έρθει, όπως έκανα πάντα. Παρατηρείται, όμως, το εξής. Όταν ανέβασα το “2”, το 2006, ήμουν στο απόγειο της pop εκδοχής μου, η οποία είχε ξεκινήσει αρκετά νωρίτερα. Έχω μια έντονη pop διάσταση μέσα μου που ενισχύθηκε και από την απήχηση που είχε η τελετή έναρξης. H pop τέχνη είναι γενναιόδωρη ως προς τα αισθήματα. Μαζί με την Τελετή Έναρξης ήρθε και αυτή την pop διάσταση, που και για μένα και για τον Κωνσταντίνο Βήτα, ήταν αυτή η παράσταση. Όταν το έκανα αυτό, λοιπόν, έμοιαζε να έχω αποκτήσει και ένα κοινό, το οποίο ήταν εκεί κατά λάθος. Και η συνάντηση είχε ενδιαφέρον και για μας και για το κοινό. Παρ’ όλα αυτά ποτέ δε σχεδίαζα κάτι σκεπτόμενος τι ακριβώς θα γίνει. Το “2” ήταν αρκετά ακραία παράσταση και πολύ προσωπική, απλώς ανήκε σ’ ένα πιο θεαματικό είδος. Αφού την έκανα και τελείωσα μ’ αυτήν αντιμετώπισα το γεγονός ότι στα 41 μου κάτι άλλαζε μέσα μου.

Αυτό θέλησες να το αλλάξεις, να απομακρυνθείς από την pop διάσταση;
Γι’ αυτό το λόγο δεν ήθελα να κάνω αμέσως μια καινούρια δουλειά και διάλεξα να κάνω ένα remake της “Μήδειας”. Κέρδισα έτσι δύο χρόνια, ενώ συστήθηκα ξανά σε μια γενιά που ενδιαφέρθηκε για μένα αλλά δεν είχε προλάβει την Ομάδα Εδάφους. Και τότε ήρθε το “Πουθενά”, που ήταν τα εγκαίνια του Εθνικού Θεάτρου, τα δεκατρία τραγούδια του Καβάφη μαζί με τη Λένα Πλάτωνος, το “Μέσα” που έκανα στο Παλλάς και τώρα η “Πρώτη Ύλη”. Αυτά προσδιορίζουν μία τελείως διαφορετική πορεία. Γι’ αυτό και όλος αυτός ο κόσμος που μ’ ακολουθεί πολλές φορές έχει βρεθεί σε μία αμηχανία. Λυπούμαι γι’ αυτό αλλά εξακολουθώ να μην εργάζομαι σκεπτόμενος το μέγεθος της ανταπόκρισης. Έτσι κι αλλιώς μου χαρίστηκε πολύ περισσότερο απ’ όσο φανταζόμουν ποτέ. Καλώ, λοιπόν, τον οποιονδήποτε έχει ειλικρινή καρδιά σ’ έναν διάλογο για το τι είναι το θέαμα και πως πρέπει να μιλάμε οι άνθρωποι μεταξύ μας. Υπ’ αυτήν την έννοια είμαι ανοιχτός σε όλους προσπαθώντας να βαδίσω σ’ έναν δρόμο που είναι κατάλληλος για μένα, τίμιος με την τέχνη μου συνεπώς και για τη ζωή μου.

Πως αντιλαμβάνεσαι την καλλιτεχνική σου παρουσία μέσα από αυτόν τον διάλογο;
Πιστεύω ότι από τον καλλιτέχνη πρέπει να ζητάμε να κάνει τη δική του έρευνα, όπως ζητάμε από τον επιστήμονα, μήπως και αποδειχτεί χρήσιμη για το σύνολο. Το να του ζητάμε να μας διασκεδάζει και να μας κολακεύει είναι κάτι τελείως διαφορετικό.
Το είδος που κάνω, όταν ξεκίνησα, δεν υπήρχε. Δεν ερχόντουσαν σε μένα αυτοί που γνώριζαν το είδος, ερχόντουσαν αυτοί που ανακάλυπταν ταυτόχρονα μ’εμάς. Μαζί μεγαλώσαμε με το κοινό.

Την ώρα της μεγάλης επιτυχίας υπήρχε κάτι μέσα σου που φοβόσουν, που έλεγες μέσα σου ότι πρέπει να προσέξεις;
Δεν ξεχνώ ότι είμαστε ένα μεγάλο χωριό και σ’ αυτό το χωριό που ζω έτυχε να χριστώ πετυχήμενος. Και τι έγινε; Το άθλημα είναι πολύ μεγαλύτερο από όλα αυτά. Στους πραγματικούς ολυμπιακούς αγώνες του πνεύματος, τα ρεκόρ είναι αλλού. Αν το σκεφτείς σε μια τέτοια αναλογία, μικραίνεις κι έρχεσαι στα ίσα σου. Αυτό που φοβήθηκα ήταν να μην παραβιαστεί η ιδιωτική μου ζωή. Γι’ αυτό έκανα μια τρίπλα την επομένη των Ολυμπιακών και έδωσα μία συνέντευξη στο “10%” για να τελειώνω μ’ αυτό το πράγμα και έκτοτε δεν αντιμετώπισα – σε αναλογία με την επιτυχία και τη φήμη – προβλήματα που άλλοι άνθρωποι αντιμετωπίζουν. Αυτό ήταν κάτι που δε θα το γούσταρα.

Σ’ αυτή την τελευταία δεκαετία έχει αλλάξει και η ελληνική κοινωνία. Από το μεγάλο πανηγύρι έχουμε πέσει στην κατάθλιψη…
Και στη γκρίνια. Το μεγάλο πρόβλημα είναι ο συντηρητισμός. Μια αναδίπλωση σε ανόητο συντηρητισμό. Σε λίγο θα αμφισβητούμε αν το internet είναι καλό.

Είχαμε αρχίσαμε να ανοιγόμαστε στον κόσμο και ξαφνικά κάτι χάσαμε.
Δεν μπορώ να σου πω ότι καταλαβαίνω πλήρως τι έγινε. Προφανώς ήταν μια γυψοσανίδα όλο το πράγμα. Ηθικά, πνευματικά, οικονομικά. Από πίσω ήταν σάπιος ο τοίχος. Όχι για όλους και δεν μπορώ να σου πω ποσοστά. Δε λέω ότι έχουν χαθεί όλα.

Οι παραστάσεις σου εφόσον δεν έχουν λόγια είναι πιο εύκολο να παρουσιαστούν στο εξωτερικό. Η “Πρώτη Ύλη”, που αναφέραμε ότι θα παρουσιαστεί στη Νέα Υόρκη, είναι μια τέτοια παράσταση. Σκέφτεσαι να την ταξιδέψεις;
Είναι πολλά χρόνια που κάνω παραγωγές που δεν κινούνται. Το “2” δεν μπορούσε να φύγει, το “Μέσα” ήταν ένα χτισμένο δωμάτιο μέσα στο θέατρο. Που να πας μ’ αυτό; Η “Πρώτη Ύλη” είναι ένα έργο της εποχής, ένα στοίχημα όπως έχω πει. Μπορούμε να κάνουμε τη δουλειά μας με το λιγότερο δυνατό, τώρα που προβληματιζόμαστε όλοι τι θα κάνουμε χωρίς λεφτά?. Το συγκεκριμένο εμείς μπορούμε να το κάνουμε. Σε σχέση με άλλες παραγωγές που έχω κάνει, αυτή η παράσταση από οικονομικής άποψης είναι παιχνιδάκι. Ως πνευματικός κόπος, όμως, είναι ισοβαρής με όλες τις άλλες δουλειές. Αυτό προτείνω για συζήτηση με τους συνανθρώπους μου. Εγώ μ’ αυτόν τον τρόπο τοποθετούμαι, εσείς τι λέτε.. Τι θα βάλεις μπροστά έχει σημασία. Για μένα αυτή η στάση είναι συνειδητή και είναι ένας διάλογος και με τους συμπατριώτες μου αλλά και ως “greek case” για τις εμφανίσεις στο εξωτερικό.

Ποιας χώρας το κοινό σου έχει κάνει ιδιαίτερη εντύπωση ως πως το πόσο ενημερωμένο είναι για το είδος στο οποίο δουλεύεις κι εσύ;
Παρακολουθώντας παραστάσεις έχω καταλάβει ότι το κοινό στο Παρίσι είναι ενημερωμένο. Κάτι ανάλογο δημιουργείται, όμως, τώρα στην Αθήνα χάρη στις προσπάθειες του Γιώργου Λούκου. Αυτό που έχει φέρει στην πρωτεύουσα είναι μια ευλογία για όλους εμάς. Μας φτιάχνει κοινό. Αρχίζει πολύς κόσμος και καταλαβαίνει τι γίνεται. μπορεί τώρα να μας τοποθετήσει το κοινό δίπλα στoυς πρωταγωνιστές της παγκόσμιας σκηνής και να δει τι γίνεται. Νιώθω ότι όσο ακόμα είμαι υγιής και μπορώ να δουλεύω για τα επόμενα χρόνια, ότι δημιουργείται μία γενιά θεατών με την οποία θέλω να επικοινωνήσω. Καταλαβαίνουν πια οι νέοι άνθρωποι τι πάω να κάνω. Αυτό το βοηθά πολύ από το Φεστιβάλ Αθηνών υπό την μπαγκέτα του Λούκου.

Υπάρχουν νέα σχέδια;
Υπάρχει ένα επόμενο έργο στα σκαριά και μία πορεία για την “Πρώτη Ύλη” στα σκαριά. Ζω αυτοσχεδιαστικά τα τελευταία χρόνια. Φέτος είχα αποφασίσει ότι δε θα έκανα τίποτα και μέσα σε μία εβδομάδα ήμουν για πρόβες και σ’ ένα μήνα επικοινώνησα με το Φεστιβάλ Αθηνών για να τους προτείνω τη δουλειά μου. Μπορώ να πω ότι θα δείτε ένα καινούριο έργο μετά τα Χριστούγεννα, ότι μετά την Άνοιξη η “Πρώτη Ύλη” θα ταξιδέψει αλλά τα πάντα ανατρέπονται.

Φαίνεται να σου αρέσει αυτό.
Έχω κάνει επί μια δεκαετία αυτό που λένε κανονική καριέρα. Τώρα προσπαθώ να είμαι ελεύθερος και έχω την τύχη και την πολυτέλεια να είμαι έτσι χωρίς να χρειάζεται να ψάχνω για δουλειά.

Info
«Πρώτη Ύλη»
Αποθήκη 15 του Λιμανιού
11, 12, 13, 14 και 17, 18, 19, 20 Οκτωβρίου 2012,
Ώρα έναρξης: 21:00

Προπώληση: ηλεκτρονικά, στη διεύθυνση http://www.tickethour.com/ και τηλεφωνικά στο νούμερο 210 89 38 111 και σε μηχανήματα EASY PAY σε επιλεγμένα καταστήματα της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ.
Ο αριθμός των θέσεων για κάθε παράσταση είναι περιορισμένος.
Τιμές εισιτηρίων : 20€ και 10€

Δείτε παρακάτω 30 λεπτά με αποσπάσματα από τα έργα του Δημήτρη Παπαϊωάννου των τελευταίων 10 χρόνων.
http://vimeo.com/49349755#at=0

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ