Γιώργος Ανδρέου – Δαίμονας Ξένος
Εκδόσεις Γαβριηλίδη

Ο γνωστός συνθέτης και τραγουδοποιός Γιώργος Ανδρέου παρουσιάζει το πρώτο του μυθιστόρημα και μάλιστα ως κάτι αυτόνομο από την υπόλοιπη καλλιτεχνική του πορεία. Μας τα εξηγεί, όμως, όλα στη συζήτηση που ακολουθεί.
Συνομιλία με τον Κώστα Γιάντσιο

Πως προέκυψε η απόφαση για το βιβλίο;
Έτσι και αλλιώς γράφω κείμενα σε διάφορα περιοδικά. Έχω γράψει για διάφορες περιστάσεις, μου αρέσει πολύ. Η ιδέα της πεζογραφίας, ήρθε στην ωριμότητα γιατί κατά τη γνώμη μου η πεζογραφία είναι δρόμος μεγάλων αποστάσεων. Ενώ μπορείς να γράψεις δικά σου ποιήματα ή διηγήματα, θεωρώ ότι η μεγάλη φόρμα θέλει και η ηλικιακή ωριμότητα. Αυτό το πράγμα, παρόλο, που μου πήρε πέντε χρόνια, βγήκε αυθόρμητα από μέσα μου. Το βιβλίο αυτό έχει αυτοτελή αξία και είναι άσχετο από την ιδιότητα μου ως μουσικού.

Θα μας μιλήσετε λίγο για την υπόθεση;

Το βιβλίο εκτυλίσσεται σε δύο ιστορικούς χρόνους. Ο πρώτος είναι ο χρόνος, που αφορά ένα μείζον δραματικό γεγονός, το οποίο ζουν οι τρεις κεντρικοί πρωταγωνιστές, που είναι φίλοι, ακριβώς μετά την μεταπολίτευση. Σε όλη τη διάρκεια του βιβλίου, διατρέχεται και από αποσπάσματα από τη ζωή και την παιδική τους ηλικία, που για τη γενιά τη δική μου εντάσσεται χρονικά ακριβώς την περίοδο της χούντας. Εγώ τώρα είμαι πενήντα χρονών, γι ‘αυτό λέει κάποια στιγμή ένας από τους ήρωες ότι «ξύπνησα, πήγα στο σχολείο μου και είδα τανκς απ’ έξω», αυτή η μνήμη με καθορίζει. Το δεύτερο μέρος του βιβλίου βλέπει τις ζωές των ίδιων αυτών τριών προσώπων, είκοσι χρόνια μετά, στην εποχή της πλουτοκρατίας του 2000, όπου βλέπουμε ότι ο καθένας έχει καταλήξει κάπου με τα τραύματά του και την πλήρη του ενηλικίωση.

Βλέπω τελευταία από τη δική σας γενιά, και στο τραγούδι και στο γράψιμο, πολλές αναφορές για την περίοδο του τέλους της εφηβείας και της αρχής των είκοσι. Έχουμε φτάσει σε μία τέτοια χρονική απόσταση, που μία γενιά για να μπορέσει να πει κάτι, θα πρέπει να επιστρέψει σε εκείνες τις εποχές;
Καταρχήν είναι σίγουρο ότι το βαθύτερο αποτύπωμα που έχουμε, συνειδητό και υποσυνείδητο και από το οποίο αντλούμε ως καλλιτέχνες, έχει να κάνει με την παιδική και την πρώιμη εφηβική ηλικία. Υπάρχουν σαφώς βιωματικές εμπειρίες καθώς μεγαλώνουμε αλλά οι σχεδόν αποκαλυπτικές «μυστικιστικές» εμπειρίες που έχουμε για τη ζωή μας, το μέγεθος δηλαδή, υπάρχει σε αυτές τις ηλικίες. Μέσα στο βιβλίο, υπάρχει μία ισχυρή αποτύπωση της ενηλικίωσης, που για μένα αποτελεί και την συνειδητοποίηση της θνητότητας. Όσο είσαι νέος δεν το σκέφτεσαι ποτέ αυτό το πράγμα, όταν όμως αρχίζεις και σκέφτεσαι ότι ο χρόνος σου είναι πια πεπερασμένος, λες πόσο ακόμα θα ζήσω; Πόσες φορές θα πάω στην παραλία; Πόσους δίσκους ακόμα θα κάνω;

Όταν λοιπόν μπαίνει στη μέση η συνειδητοποίηση της θνητότητας, μεγεθύνεται και η υπαρκτική ερώτηση του ποιος είμαι, που πάω. Στο βιβλίο, οι ήρωες, με έναν περίεργο τρόπο από τις διαδρομές της αφήγησης και επιρροής των προσώπων από τα παιδικά και εφηβικά τους χρόνια, φαίνεται και που θα καταλήξουν.